Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2009

Παρθενογένεση


Σαν μ’ επέτρεψε ο Θεός ν’ ανοίξω τα μάτια μου κάποια μέρα, σκεπτόμουν θά ‘πρεπε να μου δώσει και την ευκαιρία να τον γνωρίσω, ν’ απλώσω τα χέρια μου πάνω του και να τον αγγίξω. Δεν μιλώ για νοητές επαφές και πίστη στο άγνωστο, μιλώ για επαφή ανθρώπινη, φυσική που είναι προσαρμοσμένη στις αισθήσεις που μου έδωσε. Αυτή είναι η ανησυχία και πιστεύω θά ‘πρεπε να έχω αυτή την ευκαιρία.

Όλοι μου δάσκαλοι μου μιλούν για έναν αόρατο δημιουργό, για έναν παντοδύναμο πλάστη του ουρανού και της γης, του γαλάζιου και του πράσινου, του φωτεινού άσπρου και του άχαρου μαύρου. Και καθώς μιλούν με κάθε τους φράση ένα νέο ερώτημα δημιουργείται στο μυαλό. Τι θα τα κάνω τόσα ερωτήματα;

Τελικά, οι μέρες έφτασαν κι έκανα το πρώτο βήμα στην αναγνώριση του Θεού μου με το να καταλάβω πως ο Θεός έχει χρώμα. Ναι, τον είδα χτες την ώρα που βρήκα ανέτοιμο τον εαυτό μου να σουλατσάρει ξέγνοιαστα μέσα στην παρθένα φύση. Τη φύση που κάθε χρόνο την ίδια εποχή βγαίνει από τους σπόρους της ζωής και παρθενοποιείται πάνω στα χρώματα των λουλουδιών, στ’ αρώματα των μπουμπουκιών και στα βρεγμένα φύλλα των δέντρων.

Είδα το χρώμα του Θεού σας ομολογώ, την ώρα που τ’ απογευματινό αεράκι ξεπρόβαλε ανάμεσα από τις πλαγιές και κατέβαινε την πεδιάδα σφυρίζοντας καθώς ταρακουνούσε αδιάκοπα τα φύλλα και η θέα ήταν απίθανη. Είδα το χρώμα του Θεού σας ομολογώ και πάλι, την ώρα που η ησυχία του δειλινού σου έσπαγε τα τύμπανα και ο ήχος ήταν γλυκύτατος. Είδα το χρώμα του Θεού καθώς η μέλισσα πέταξε φουριόζα από πάνω μου κατευθυνόμενη προς το πιο κοντινό λουλούδι. Αν έβγαζα καμιά λέξη από το στόμα έπρεπε να είναι ψιθυριστά για να μην χαλάσω την απόλυτη ηρεμία της πλάσης. Κι αυτή η ψιλή βροχή με τη δροσιά του γκρίζου σύννεφου που δεν άντεξε το βάρος, σκόρπιζε το πράσινο παντού τριγύρω δίχως να λογαριάζει αν τα δέντρα έφεραν καρπούς ή όχι, αν ετοίμαζαν καταπράσινα κουκουνάρια ή ήταν στείρα.

Το βλέμμα μου, σαν παθιασμένο παλαμάρι που δεν δέθηκε καλά από το ναύτη χτυπιόταν μια καταδώ και μια κατακεί στην όψη ολάκερης αυτής της ομορφιάς. Της ομορφιάς που μ’ άφηνε από μόνος να την ερωτευτώ και σκεπτικός καθώς ριχνόμουν να την αγκαλιάσω με το βλέμμα που δεν έφτανε το πλάτος της, τη σκέψη και το σώμα μου που δεν συγκρινόταν με την απεραντοσύνη της• το μυαλό συνεχώς να δοκιμάζει ξανά και ξανά ανήμπορο να την χωρέσει.

Αν είναι όμως τόσο όμορφη που την είδα σήμερα, γιατί να μην την ακολουθήσω όπου κι αν θέλει να με πάει; Γιατί να ζητήσω απ’ αυτή να μου επιτρέψει να παρατείνω την παρουσία μου σ’ αυτό το κάλλος παραβαίνοντας το νόμο της και το νόμο του Θεού μου; Ποτέ δεν ζήτησα να με φέρει, κι αυτή μου έκανε τη χάρη, ποτέ δεν ζήτησα να με αφήσει να τη γνωρίσω κι αυτή μου έκανε ακόμη μια χάρη. Τώρα θέλω ν’ αφήσω ελεύθερο το σώμα μου στα χέρια της, να πάρει από πάνω του ότι θέλει.

Ξάφνου κατάλαβα τα χέρια μου από μόνα τους άνοιγαν όσο πιο διάπλατα μπορούσαν θέλοντας να την αγκαλιάσουν και ν’ αγκαλιαστούν. Μετά γονάτιζες στο παχύ χορτάρι κι άφηνες το σώμα σου να πέσει πάνω του, να κολλήσει στο χώμα, ενώ το στόμα να γεύεται τα χόρτα που έτυχε να βρεθούν μπροστά του. Σε λίγο, ένας ύπνος ερχόταν καλωσορισμένος και σ’ έπαιρνε όπου ήθελες, από το βαθύ δάσος στον πιο απόμακρο παραλιακό αγριότοπο.

Οι σταγόνες της ψιλής βροχής όμως δεν με άφηναν για πολύ ν’ αφαιρεθώ. Μου έστελναν κι ένα μήνυμα κάθε φορά στη θύμηση πως είμαι ακόμη ζωντανός. Εγώ όμως, θα ήθελα έτσι εκείνη τη στιγμή να γίνω ένα με αυτή την πανέμορφη γενεσιουργία, κι όπως ξεκίνησα από τη σκόνη να γίνω πάλι σκόνη και να χωθώ ανάμεσα στα κύτταρα των φύλλων, να με πάρει το αεράκι και να με πετάξει πέρα στους πρόποδες του πιο κοντινού βουνού. Να με πάρει η βροχή και να με αποθέσει στα πόδια ενός τριφυλλιού. Να με πάρει το ρυάκι και να με φυτέψει στις ρίζες των πεύκων για να ζωογονηθεί το πράσινο, για να παρθενοποιηθεί το σύμπαν, για μια ακόμη φορά. Ας με πάρει το ποταμάκι και κελαρύζοντας να με περάσει ανάμεσα από τις πέτρες στο διάβα του προς τη θάλασσα και να με ρίξει στον πυθμένα. Δεν πειράζει σε πιο πυθμένα, αρκεί να βρίσκομαι εκεί να το βλέπω καθώς θα περνάει από πάνω μου. Να με πάρει ο χρόνος για να χαθώ και να γίνω ένα ανύπαρκτο πλάσμα όμως τόσο σημαντικό στην αναγέννηση αυτού του ατέλειωτου πράσινου.

Ο Θεός έχει χρώμα, μα δεν έχει συμπόνια, ούτε καρτερικότητα, απλά μια εξέλιξη που στο διάβα της παίρνει όλους του ικανούς ή και ανίκανους, τους φτωχούς ή πλούσιους, τους μεγάλους ή μικρούς, σκεπτικούς ή απερίσκεπτους. Και δεν διαλέγει πότε θα μας πάρει, απλά σαν βρεθείς στο διάβα της την ώρα που περνάει με το σπαθί στο ένα χέρι κι ένα πράσινο βάλσαμο στο άλλο θα σου γνέψει ‘έλα’. Τότε πρέπει να την ακολουθήσεις…

Τελικά άρχισα να συνέρχομαι και καθώς βλέπω στα χέρια μου μια φωτογραφική μηχανή να μη σταματώ να βγάζω φωτογραφίες, και να αιχμαλωτίζω στιγμές καθώς τις αποθέτω στην αιωνιότητα. Με κάθε κλικ της μηχανής να βγαίνει κι ένας ήχος ανακούφισης από το στόμα μου, γιατί απέκτησα κι αυτή την εικόνα που παρ’ όλη την αιωνιότητά της ποτέ δεν παύει να μαγεύει, ποτέ δεν παύει να συναρπάζει όχι μόνον εμένα αλλά τον κάθε διαβάτη.

Είναι ολάκερος ο χρόνος μια άνοιξη…

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2008

Κακόμοιρο Μπλογκάκι μου


Κάποτε νέος ήμουνα μα στο μυαλό φτωχός
και ήθελα την άνοιξη να βγαίνω καμακύρης
Να ψάχνω άτολμα σουξέ, πολλές φορές καυτός
σαν γνώριζα τους γύρω μου, ο πάντα κακομοίρης

Μα σύντομα ο λογισμός μου έκοψε τη φόρα
και το μπλογκάκι να με δει κάνει τα μαύρα μάτια
γι' αυτό και ν' απολογηθώ, τρέχω αμέσως τώρα
στους φίλους κι αναγνώστες μου πριν γίνουμε κομμάτια.

Κάθε φτωχή και βλοσιρή σκέψη που θα με πάρει
με έναν μόνο σύντροφο το χρόνο και το πνεύμα
τα χέρια μου θα κάνουνε ακόμη μία χάρη
να βγούμε απ' το αιώνιο της ραθυμίας τέλμα...

Πέμπτη 29 Μαΐου 2008

Λέω... Μήπως ;



Μήπως δεν έχει ήρωες πια τούτη δω η χώρα;
Το πέρασμα των χρόνων της φάνηκε καταλύτης
Και σαν νοθεύτηκε βαθιά στου χαλασμού την ώρα
Βρήκε το ψέμα ο θρασύς, ο πιο στυγνός αλήτης;


Κι η παγκοσμιοποίηση έτσι πως μας την έφερε
Ακούστηκαν τα βογγητά στα βάθη αυτού του κόπου.
Λέω το πεπρωμένο μας μήπως δεν μας συνέφερε,
Μας πέταξε σε μια γωνιά ανήλιαγη του τόπου;

Βγαίνει ο ένας αναιδής να πει για τα δικά του
Και ξεσκεπάζει τ’ άπλυτα του αλλουνού αράδα
Βγαίνει και ο πολιτικός μ’ εκείνη τη δικιά του
Και χτίζει τόσ’ αυθαίρετα σε όλη την Ελλάδα.

Την κόρη, τη γυναίκα του τις χώνει με προσχήματα
Πως τάχα είναι ειδικές στις πιο καλές δουλειές
Και καταχράζονται ζωές αρπάζοντας τα χρήματα
Ανοίγοντας κεφάλαια με μύριες δυο αιχμές.

Πώς μας κατάντησαν..., ζωή Εκείνος να τους δίνει
Και ας την παίρνει από μας αν είναι τρελαμένος
Εμάς που μ’ ένα μέλημα στο έλεος αφήνει
Της πιο απτής της μοναξιάς ο πιο μοιροκαμένος.

Πατήστε πόδι φίλοι μου, ξεχάσετε τα θαύματα
Και ενωθείτε γρήγορα προτού μας πάρουν πρέφα
Βάλτε μπροστά τη λογική, κι αφήσετε τα τάματα
Γιατί αυτά τα χώματα θα καταντήσουν στέρφα.

Ιάκωβος Γαριβάλδης

Τετάρτη 28 Μαΐου 2008

Τις ουν ο φυσικός τούτων;

«ὥσπερ οἰκίας ὁ μὲν λόγος τοιοῦτος, ὅτι σκέπασμα κωλυτικὸν φθορᾶς ὑπ' ἀνέμων καὶ ὄμβρων καὶ καυμάτων, ὁ δὲ φήσει λίθους καὶ πλίνθους καὶ ξύλα, ἕτερος δ' ἐν τούτοις τὸ εἶδος <οὗ> ἕνεκα τωνδί. τίς οὖν ὁ φυσικὸς τούτων; πότερον ὁ περὶ τὴν ὕλην, τὸν δὲ λόγον ἀγνοῶν, ἢ ὁ περὶ τὸν λόγον μόνον; ἢ μᾶλλον ὁ ἐξ ἀμφοῖν;»

Αν ισχύει η δοξασία ότι η οικογένεια, η οποία συμβιώνει εντός μιας και μόνο οικίας, είναι η βάση μιας κοινωνίας ποια είναι τότε τα πρότυπα που χαρακτηρίζουν την οικογένεια και ποιο είναι λογικά το βασικό της μέλος; Τι μπορούμε ν’ αντλήσουμε από τους τρόπους της οικογένειας της αρχαιότητας που θα ωφελήσουν την αντίληψη του σήμερα; Διότι άλλο είναι να υποθέτει κανείς το τι είναι η οικογένεια, τι υποχρεώσεις έχουν τα μέλη της και ποιος ο ευειδής τρόπος να στηριχθεί και άλλο να αποφαίνεται μετά από μελέτη της ιστορίας και ν’ αποκρίνεται ανάλογα με τις ανάγκες του σήμερα.

Ταύτα μαρτυρεί ο Αριστοτέλης περί οικίας. Το ότι δηλαδή αποτελείται από ύλη και πνεύμα. Οι μεν βλέπουν την ύλη και μιλούν γι’ αυτήν, οι δε τον λόγο (λογική). Τελικά δε ρωτάει ο δάσκαλος ποιος από τους δύο είναι ο φυσικός, ο ομιλών περί της ύλης που αγνοεί τη λογική, ο γνωρίζων μόνο τη λογική ή μάλλον αυτός που αναγνωρίζει και τα δύο;

Για να ρωτάει ο Αριστοτέλης τα ερωτήματα είναι πολλά, η λογική ίσως έτοιμη να χρησιμεύσει, παρ’ όλο που πολλές φορές οι ανάγκες και οι συγκυρίες αντιστρέφουν τους όρους, χαλιναγωγούν αισθήματα, αναλώνουν προτιμήσεις και απαιτήσεις. Όλα αντιπροσωπευτικά φαινόμενα της λειτουργίας της λογικής παρουσιάστηκαν στο τεύχος 15 του περιοδικού της Παλλάδας "Αθηνάς". Της μητέρας της λογικής και σοφίας.

Τελικά όμως, με τη βοήθεια της φύσης, οι απαιτήσεις έδωσαν τέλος σε μια συγκυρία που ξεκίνησε πριν οκτώ περίπου χρόνια και παρ' όλο που έβαλε τα θεμέλια για μια σοβαρή προσπάθεια του μέλλοντος σκόνταψε. Το μέλλον την πρόλαβε προτού μεστώσει. Ο κόσμος της την πρόδοσε προτού ωριμάσει και αποδόσει τα φρούτα. Η γενναία προσπάθεια συνάντησε τη φύση που δεν έχει ισχυρότερη στον κόσμο τούτο. Συνάντησε την εξέλιξη που δεν τη σταματάει κανείς.

Το μόνο που ευχόμαστε είναι να μάθαμε απ' αυτή και η προσπάθεια να μην έχει μετατραπεί σε απόλυτη ματαιότητα. Η λογική όμως ποτέ δεν οδηγεί στη ματαιότητα, αντίθετα η ματαιότητα οδηγεί στη λογική - αν δεν οδηγήσει εκεί θα σταματήσει να υπάρχει.

Δευτέρα 28 Απριλίου 2008

Μακεδονία σ' έκλεψαν

Εμένα τη χώρα μου την έκλεψαν οι φίλοι
Εμένα τη χώρα μου την πούλησαν τ’ αδέρφια μου

Δεν είμαι πλέον απόγονος
Μα ούτε των παιδιών μου πρόγονος.

Εγώ κατάγομαι από το πουθενά
Κι ούτε μπορώ με τον καθένα να μιλώ
Για ιστορίες των ενδόξων των προγόνων μου

Εμένα τη χώρα μου την έκλεψαν οι φίλοι
Εμένα τη χώρα μου την πούλησαν τ’ αδέρφια μου.

Ιάκωβος

Παρασκευή 11 Απριλίου 2008

Σιχάθηκα... το σώμα μου

Σιχάθηκα τον άνθρωπο
την τόση του κακία
που δε χρωστά ένα καλό
σ' αυτή την κοινωνία.

Σιχάθηκα το σώμα μου,
τις τόσες τις πληγές του,
τον κόσμο, αχ βαρέθηκα
να βλέπω τις ψευτιές του.

Σιχάθηκα τα ορατά
τ' αόρατα δαιμόνια,
που γκρέμισαν το σεβασμό
σκόρπισαν καταχθόνια.

Μα πιο πολύ απ' όλα αυτά
μ' έκαναν να υποφέρω
οι προσποιήσεις οποιανού
κοιτάζει το συμφέρον.

Εγωισμοί, μικρότητες
άτυχες σκευωρίες
έχουν σαν αποτέλεσμα
άτυπες συγκυρίες.

Με πλήγωσαν οι άνθρωποι,
με πρόδωσαν οι φίλοι,
μα πιο πολύ φοβήθηκα
χαμόγελα στα χείλη.

Αυτών που λέν’ μ' αγάπησαν,
αυτών που με προσέχουν
μη ξεμυτίσω στο κακό,
που ζουν να το κατέχουν.

Κανένας δε μ' αγάπησε
πραγματικά κι αλήθεια,
ποτέ δεν είδα άνθρωπο
να μη ζητά προμήθεια.

Κι όταν το χέρι απλωθεί
για να τους βοηθήσει
έτοιμοι πάντα οι άτιμοι
να βγάλουνε μπαξίσι.

Τι να την κάνω τη ζωή
τον ήλιο και τη μέρα
αφού σ’ αυτή ποτίστηκα
χολή, φωτιά, φοβέρα.

Τετάρτη 26 Μαρτίου 2008

Κοινωνία Ώρα Χυδαία


Ζήτω η 25η Μαρτίου – η ώρα των πολιτικών, όταν όλοι βγαίνουν στο σεργιάνι να δειχτούν και να κριθούν, να πουν και να πολιτευτούν ενόσω οι μαθητές, οι τσολιάδες, ο στρατός, τα τανκ, οι οβίδες και τα κανόνια παρελαύνουν τη βουβή τους παρέλαση.

Χάρμα οφθαλμών αλλά και συγκυριών που κατέληξαν στο να υπάρχει πατρίδα μέσα από το θάνατο, στο να υπάρχει ειρήνη μέσα από τη φοβέρα και την αγριάδα του πολέμου.
Μα βρε παιδιά για μια στιγμή...


Για πείτε μου όμως αν συμφωνείτε: Ωραίοι οι μαθητές και οι μαθήτριες της παρέλασης με τις γαλανόλευκες στολές τους, ωραίοι οι τσολιάδες που με την αγέρωχη κορμοστασιά και ενδυμασία τους βγαίνουν στους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας, και κάθε μεγαλούπολης της πατρίδας, ωραίοι οι στρατιώτες ξηράς, θάλασσας και αέρος σε βήμα ρυθμικό που θυμίζει ρομπότ, όμως τι τα θέλουμε τα τανκ; Τι τις θέλουμε τι οβίδες και τα κανόνια να μας θυμίζουν τι; Να φοβερίζουν ποιον; Να δείχνουν την αρμάδα του θανάτου σε ποιον;


Δεν είναι καιρός πλέον να μαζέψουμε λίγο τη ρητορική του πολέμου, δεν είναι καιρός πλέον να συμμαζέψουμε τα μηχανήματα που μας διαιρούν, μας καταστρέφουν; Να είστε σίγουροι πως σ’ εκείνους που θυμούνται άλλες εποχές τους δημιουργούν μια αίσθηση του ‘τίποτα δεν άλλαξε’ μετά από τόσους αιώνες και αγώνες. Δεν είναι ένα οξύμωρο σχήμα εφόσον οι γείτονές μας έχουν πολύ περισσότερα απ’ αυτά τα ρημάδια, κι εμείς που δεν έχουμε, ούτε είχαμε αρκετά ποτέ, πού πάμε και ποιον πάμε να φοβερίσουμε;


Σίγουρα μερικοί θα μου πείτε πως δεν είναι εγχειρίδια φοβέρας, και πως απλά δείχνουν τη δυναμική του στρατού που συνεχώς σε εγρήγορση είναι έτοιμος να υπερασπιστεί τα δίκαια της πατρίδας. Ενώ πιο πέρα οι ηττοπαθείς πολιτικοί είναι έτοιμοι να παραδώσουν την ιστορία, τον πολιτισμό, τα εθνικά ονόματα για να μπορούμε αργότερα να χρησιμοποιήσουμε την αρμάδα αυτή να πλήξουμε τα κακώς κείμενα...


Πατρίδα μου, πώς σε κατάντησαν έτσι κορόιδο...!

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2008

Σκέψεις βυθισμένες στις σάρκες...


Με τί λόγια να ξεκινήσω να γράφω αυτό το κομμάτι, εγώ ο ανήμπορος συνακόλουθος της αφιλίας; Εγώ που βρίσκω απίστευτη την ακολουθία ατυχημάτων που την ονόμασαν ζωή και μ’ έβαλαν κι εμένα τον δούλο να τη ζήσω.

Αποξενωμένος από τους πάντες, βυθισμένος στη μοναξιά μου, ρηχός, πληγωμένος παντού και σκυθρωπός όπως πάντα ψάχνω την ώρα και τη στιγμή που θα βρω ένα χαμόγελο να σκάει απρόσμενο στο πλησιέστερο μελαγχωλικό πρόσωπο.

Μα δεν έρχεται το ποθούμενο χάρισμα και το χέρι δεν βοηθάει καθόλου μια κατάσταση που με θέλει ξένο από κάθε εγκόσμιο, ξένο από κάθε ανάμιξη με μια άνιση πνοή.
Έτσι, απομακρισμένος από τους γύρω, χυμένος και χωμένος ακαταλόγιστα πάνω σε μια σκέψη, που πιπιλίζει το μυαλό με τις ακραίες της αντικρούσεις, που βδελίζει το πνευματικό μου είναι μέχρι να γυρίσω την πλάτη στον αιθέρα και να τη χάσω. Να φύγει κι αυτή σαν τον κλέφτη στο σκοτάδι που πήρε ό,τι ήθελε και γυρίζοντας από την πλάνη διαδέχεται μια άλλη, ενώ εγώ τότε αρχίζω να παρατηρώ αμετανόητα τον κόσμο, τόσο πολύ κόσμο, να περιφέρεται με αγωνία, να κινείται, να ενεργεί δίχως να γνωρίζει το γιατί... Τα τραύματά μου πού να μ' αφήσουν να ξεχάσω.

Τον κόσμο αυτό όμως δεν τον ενδιαφέρει ποιός είναι ο σκοπός της χίμαιρας του χρόνου που σαν γοργοπόταμος ξεχύνεται στη χαράδρα παρασύροντας τα πάντα στο διάβα του. Όσοι μπορούν ας σταθούν στο πνεύμα όρθιοι. Μερικοί βλέπω ν' αρπάζουν μια σανίδα ή ένα χαροπνιγμένο πτώμα για να σωθούν ενώ άλλοι τους ποδοπατούν κι ας το ξέρουν.

Δεν υπάρχει σκοπός για σένα κόσμε, υπάρχει μόνον κίνηση, δεν υπάρχει προγραμματισμός, παρά μόνον μια άστατη πάλη μέσα σ' ένα άστατο χάος και μόνο για το εκτελείν.

Κανένας φίλος εδώ τριγύρω, κανένας συμπαθής απόκαμος συμπαραστάτης, μόνο βδέλλες που σου πίνουν το αίμα, που σου ρουφούν τη ζωή για να φουσκώσουν, να καμαρώσουν, να δειχτούν οι ανήμποροι, να ξεφύγουν στιγμιαία από την ανικανότητά τους. Κι όταν βγουν το κατώφλι, όταν πάρουν το δρόμο τον κατηφορικό δεν κοιτάζουν ποτέ πίσω, μαγεμένοι από τη σκέψη πως τα κατάφεραν, πως είναι μεγάλοι, πως πέρασαν τα δύσκολα κι όποιους πάτησαν τους πάτησαν.

Πώς είναι δυνατό μια ζωή αυτός ο μοναχικός άνθρωπος μέσα μου ακόμη να επιβιώνει ανέπαφος; Πώς είναι δυνατόν τόσες δεκάδες χρόνια η ενδόμυχη φωνή να μην ακούγεται, και το κάψιμο στα στήθεια να φουντώνει σαν ένα αιχμηρό γαϊδουράγκαθο; Και πώς μπορείς μετά από τόσα χρόνια του δόσε να συνεχίζεις να δίνεις κουράγιο σε μια ύπαρξη λέγοντας: «θα έρθουν καλύτερες μέρες;» Είναι δική σου αυτή η ύπαρξη φίλε.

Οι μέρες δεν φαίνονται να έρχονται, ούτε καν διακρίνονται στον ορίζοντα της μοναξιάς. Αυτής της αδυσώπητης φάλαινας που βουίζοντας δίχως βρυχηθμό σε παρασέρνει αργά στο ναρκωμένο χείλος προσωπικών δολοφονικών τάσεων. Κατά πόσο όμως αυτή η μοναξιά είναι χειρότερη της οχλαγωγίας; Πόσα χρόνια τα στήθια θα φουσκώνουν στη φράση ‘να πάρει η οργή’;

Μα υπάρχει σωτηρία απ’ αυτό το αναπάντεχο χάος. Σήμερα κατάλαβα κάτι άλλο κι αυτό το άλλο που το είχα πριν μερικές φορές ψιλοσκεφτεί στη γρηγοράδα της επιβίωσης, μούδωσε τόση χαρά όση η νόηση μιας εσωτερικής και μη αναμενόμενης μα ευχάριστης αναγέννησης. Σήμερα αναγεννήθηκα σαν να ξανάνιωσα, να ξανα-ανάπνευσα, σαν να σήκωσα το κεφάλι επάνω και κοίταξα τα σύννεφα με τα μάτια ανοιχτά. Εκεί μπόρεσα να δηλώσω ευτυχής γιατί κατάλαβα πως είναι γενναίο το να λες αυτό που κάνεις είναι όμως πολύ πιο ειλικρινές και ξεκάθαρο, κράμα της αλήθειας, το να κάνεις αυτό που λες. Για μερικούς ίσως φαίνεται υπεράνθρωπο ενώ για τους λιγοστούς αυτό είναι που τους κάνει να ξεχωρίζουν από το πλήθος. Σήμερα, λοιπόν, κατάλαβα μέσα απ’ την πανέμορφη αυτή σκέψη πως έκανα πολλές φορές αυτό που είπα. Όχι πάντα, μα η ικανοποίηση που ένιωσα τότε δεν είναι του κόσμου τούτου, μα είναι αιωνία...

Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2008

Η σελίδα 123 του... Τελευταίου Πειρασμού


Αποφάσισα όλως αιφνιδίως κι εγώ να παίξω το παιχνίδι του αγαπητού μου φίλου Στράτου γιατί μου θύμησε παλιές αμέριμνες εποχές. Ένα παιχνίδι παρόμοιο μ' αυτά που παίζαμε όταν είμασταν παιδιά καθώς τραβούσαμε ένα οποιοδήποτε βιβλίο από τη βιβλιοθήκη, ανοίγαμε μια οποιαδήποτε σελίδα και διαβάζαμε.
Τώρα όμως ήταν κάτι το πιο συγκεκριμένο, κάτι που ήθελα να δώσω σαν δώρο στον καλό μου φίλο που με παρότρυνε, δίχως να το ξέρω όμως ήταν και κάτι που με άφησε άναυδο...

Το βιβλίο "O Τελευταίος Πειρασμός" του Ν. Καζαντάκη, σελίδα 123, μετά την την πέμπτη περίοδο:

"Ο Ιάκωβος ξέσπασε σε ξερό, όλο καταφρόνιση γέλιο∙ τον κρατούσε τώρα σφιχτά από το μπράτσο και τον ταρακούναε: Ο εκατόνταρχος; μούγκρισε σιγά∙ ο εκατόνταρχος, ο φίλος σου; αυτός σε στέλνει; Ναί, σίγουρα, αυτός θα τον στέλνει σπιούνο∙ καινούριοι Ζηλωτές είχαν φανεί στα βουνά και στην έρημο, κατέβαιναν στα χωριά, έπιαναν το λαό κρυφά και του μιλούσαν για γδίκηση και λευτεριά∙ κι είχε ξαπολύσει ο αιμοβόρος εκατόνταρχος της Ναζαρέτ σε όλα τα χωριά πουλημένους Οβραίους, σπιούνους. Τέτοιος, σίγουρα, ήταν και τούτος, ο σταυρωτής. Μάζεψε τα φρύδια του, χαμήλωσε τη φωνή του, τού δωκε μια, τον τίναξε πέρα."

Διάβασα ως εδώ, μετά γύρισα προς το παράθυρο ενώ δεν κατάλαβα ότι το βιβλίο έπεσε από τα χέρια μου. "Ποιος είναι ο Ιάκωβος;", σκέφτηκα. Και προσπαθούσα να θυμηθώ, μια και πάνε χρόνια που διάβασα αυτό το βιβλίο, μα δεν τα κατάφερα. Κι εκεί που έσπαζα το κεφάλι μου να θυμηθώ τον Ιάκωβο, πώς μούρθε και σκέφτηκα πως "μάλλον θα είναι αυτός που βρίσκεται μέσα μου..." - Πώς αλλιώς να το εξηγήσω; Αυτόν που θέλω πολύ καιρό τώρα να τον πιάσω από τα δυο μπράτσα και να τον ταρακουνήσω. Να του δώσω και μια κατραπακιά αν γίνεται και να τον αποκαλέσω σπιούνο... Ναι σπιούνο και προδότη. Γιατί τόσα όνειρα που είχα παιδί τι τα έκανε; Τόσες ελπίδες που είχα γραμμένες στη μνήμη και τόσες υποσχέσεις, να τις χάσω μετά από τόσα χρόνια που πέρασαν; Να μην μπορέσω να τις υλοποιήσω και να βρεθώ έτσι τώρα ξερός και καταφρονεμένος με τον εαυτό μου; 

Τι πίκρα ήταν αυτή που ένιωσα, τι απελπισία που μ' έπιασε να με κατατροπώσει!
Κι εκεί που ήμουν έτοιμος ν' αφήσω αυτό τον κόσμο, εκεί που όλα φάνηκαν μάταια κι απερίγραπτα παράλογα, δίπλα μου πέρασε χαμογελαστός ο μικρός γιος μου που γύριζε καταϊδρωμένος από το δικό του παιχνίδι.
Η ζωή μου έδινε ακόμη ένα μάθημα, ευτυχώς που δεν ήταν "ο τελευταίος μου πειρασμός"...