Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζωή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζωή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 21 Μαΐου 2024

Μια απογραφή / περισυλλογή


ομολογουμένως τη φύσει ζην,
όπερ ταυτό του κατ’ αρετήν ζην (Ζήνων ο Κιτιεύς)

Στη συστηματική κι αμίλητη φύση δεν υπάρχει χώρος για ρουσφετολογία, για αδικία αλλά ούτε και για απόδοση δικαιοσύνης όπως τη γνωρίζουμε. Η φύση λειτουργεί ανεξάρτητα, αυτοκυρίαρχα, αυτοπειθαρχημένα κι όποιος δε γνωρίζει τους νόμους της καταλήγει ανέγνωρος και αθέλητος από αυτή, κατά συνέπεια καταδικασμένος στην αφάνεια, στην απομάκρυνση και αργά ή γρήγορα στην εξαφάνιση. Η απόδοση δικαιοσύνης της φύσης είναι το αποτέλεσμα της παραβίασης των κανόνων της. «Ως σκοπός ορίζεται η ζωή σε συμφωνία με τη φύση…» – Ζήνων ο Κιτιεύς.

Όσο για την αληθινή γνώση των ιδιοτήτων των θείων, αυτή είναι πέραν των δυνατοτήτων του ανθρώπου λέει ο Ηράκλειτος. Ένα άλλο πράγμα που θα συμπεράνουμε από τα λόγια του Ηράκλειτου είναι πως ο θεός είναι η ψυχή του κόσμου και η φύση είναι θεός. «ὁ θεὸς ἡμέρη εὐφρόνη, χειμὼν – θέρος, πόλεμος – εἰρήνη, κόρος – λιμός (τἀναντία ἅπαντα· οὗτος ὁ νοῦς), ἀλλοιοῦται δὲ ὅκωσπερ (πῦρ), ὁπόταν συμμιγῇ θυώμασιν, ὀνομάζεται καθ᾽ ἡδονὴν ἑκάστου» (Ιππόλυτος, περί ρήσεων Ηράκλειτου 12.67) – Ο θεός είναι μέρα, νύχτα, χειμώνας, καλοκαίρι, πόλεμος, ειρήνη, κορεσμός και πείνα. Αυτός μεταβάλλεται με τη φωτιά: κι όποτε αναμιχθεί με θυμιάματα, ονομάζεται ανάλογα με τις ορέξεις του καθενός. Και τέλος σύμφωνα με τον Ζήνωνα: «Ο άνθρωπος μπορεί να κατακτήσει ευδαιμονία, όταν η ζωή του εναρμονίζεται με τη φύση και το θεϊκό λόγο και όταν θέτει ως μοναδικό σκοπό της ζωής του την αρετή…». Στη στωική φιλοσοφία το ν’ αναγνωρίσει το θεϊκό νόμο στα πάντα και ιδιαίτερα στην τελειότητα της φύσης, έπρεπε να είναι το πρώτο καθήκον του φιλοσόφου.

Παρασκευή 11 Απριλίου 2008

Σιχάθηκα... το σώμα μου

Σιχάθηκα τον άνθρωπο
την τόση του κακία
που δε χρωστά ένα καλό
σ' αυτή την κοινωνία.

Σιχάθηκα το σώμα μου,
τις τόσες τις πληγές του,
τον κόσμο, αχ βαρέθηκα
να βλέπω τις ψευτιές του.

Σιχάθηκα τα ορατά
τ' αόρατα δαιμόνια,
που γκρέμισαν το σεβασμό
σκόρπισαν καταχθόνια.

Μα πιο πολύ απ' όλα αυτά
μ' έκαναν να υποφέρω
οι προσποιήσεις οποιανού
κοιτάζει το συμφέρον.

Εγωισμοί, μικρότητες
άτυχες σκευωρίες
έχουν σαν αποτέλεσμα
άτυπες συγκυρίες.

Με πλήγωσαν οι άνθρωποι,
με πρόδωσαν οι φίλοι,
μα πιο πολύ φοβήθηκα
χαμόγελα στα χείλη.

Αυτών που λέν’ μ' αγάπησαν,
αυτών που με προσέχουν
μη ξεμυτίσω στο κακό,
που ζουν να το κατέχουν.

Κανένας δε μ' αγάπησε
πραγματικά κι αλήθεια,
ποτέ δεν είδα άνθρωπο
να μη ζητά προμήθεια.

Κι όταν το χέρι απλωθεί
για να τους βοηθήσει
έτοιμοι πάντα οι άτιμοι
να βγάλουνε μπαξίσι.

Τι να την κάνω τη ζωή
τον ήλιο και τη μέρα
αφού σ’ αυτή ποτίστηκα
χολή, φωτιά, φοβέρα.