Tuesday, 27 November 2007

Ένα κοίταγμα στον καθρέφτη...

Κάθισε δω σε παρακαλώ...

Εσύ, ναι εσύ! Κάθισε δω και άκουσέ με για λίγο.


Κάποτε, αν και δε σε γνωρίζω καλά-καλά ακόμα, ήθελα να κάτσω κι εγώ κοντά σου φίλε μου, να σκεφτώ μαζί σου τη δική σου ανησυχία, να περάσω το δικό σου κατώφλι, στη δική σου πνοή και να σε βάλω στο μέρος της καρδιάς όπου χωράνε μόνο οι πιο στενοί μου φίλοι. Όχι οι συγγενείς.


Κάθισε δω σε παρακαλώ...
Εσύ, ναι εσύ! Κάθισε δω και άκουσέ με για λίγο.

Κάποτε, αν και δε σε γνωρίζω καλά-καλά ακόμα, ήθελα να κάτσω κι εγώ κοντά σου φίλε μου, να σκεφτώ μαζί σου τη δική σου ανησυχία, να περάσω το δικό σου κατώφλι, στη δική σου πνοή και να σε βάλω στο μέρος της καρδιάς όπου χωράνε μόνο οι πιο στενοί μου φίλοι. Όχι οι συγγενείς. Μακριά απ’ τους συγγενείς. Το λέω αυτό έτσι αυθόρμητα, προσπάθησε κι εσύ λοιπόν να μη με παρεξηγήσεις. Ελπίζω να μη με παρεξηγήσεις.
Εμένα τουλάχιστον δεν με νοιάζει πόσο αξίζεις. Δε μ' ενδιαφέρει σου λέω...! Πλην όμως θέλω να ξέρεις πως κανένας δεν αξίζει όσο μια απλή και αγνή σκέψη. Θα μου προσφέρεις αυτή την πιο αγνή σου σκέψη; Αυτή είναι που θα μου δώσει το κίνητρο να σ’ εκτιμήσω, να σε μισήσω ή να σ’ αγαπήσω. Θέλω τόσο πολύ να σ’ αγαπήσω...

ˆ

Πρώτα βέβαια θέλω να μου ομολογήσεις αν συνειδητοποίησες ότι πέρασαν τα χρόνια. Τότε που έτρεχες πηδώντας δυο-δυο τα σκαλοπάτια για ν’ ακολουθήσεις την παρέα, αποφεύγοντας καν να κοιτάξεις πίσω. Τα θυμάσαι ακόμη, έτσι δεν είναι; Τι λες; Όταν όμως σε πρόσβαλαν οι φίλοι, όταν σε πλήγωναν με τις πράξεις και τα καμώματά τους, τότε γύριζες αδιάφορα το κεφάλι σα να μην ήθελες να κοιτάξεις κανέναν στα μάτια. Ήξερες όμως πως ήταν πραγματικοί φίλοι, κι έδινες γι’ αυτούς ακόμη και τη ζωή σου. Ποτέ δεν σ’ ένοιαζε στην πραγματικότητα πώς θα σου μιλήσουν.
Τώρα αγαπητέ μου άλλαξαν οι καιροί. Τώρα σε φωνάζουν κοντά τους οι εχθροί σου και προσπαθείς να μην τους δυσαρεστήσεις, έτσι δεν είναι; Βγαίνεις κάπου ψηλά και τους χαιρετάς, με τις χαιρετούρες σου που φαίνονται από τόσο μακριά. Τους ρίχνεις και κάτι χαμόγελα που σπάνε καθρέφτες. Αυτούς που σου υπόσχονται ζωή και σου προσφέρουν θάνατο. Το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι το γνωρίζεις.
Σήμερα δεν έχεις πραγματικούς φίλους... Τι; Έχεις; Πες μου πού είναι την ώρα που τους έχεις ανάγκη;
Σου δείχνουν βέβαια κι εκείνοι τα ίδια μεγάλα χαμόγελα. Μα πάλι δυσαρεστημένος είσαι, με μια διαφορά: τώρα πια δεν ανησυχείς γιατί είσαι σίγουρος πως σ’ αυτό τον κόσμο δεν υπάρχει δικαιοσύνη. Δεν υπάρχει καν ούτε λογική. Δικαιοσύνη και λογική ξέρεις είναι απλώς δυο λέξεις που τις χρησιμοποιούν για να κρύβονται οι βολεμένοι από πίσω. Καμιά φορά αναρωτιέσαι αν ήταν καλύτερα να μην το γνώριζες. Άντε και για να μη ξεχάσω, αν μιλήσουμε για θρησκείες και θεούς ξέρεις πού θα το πάω... Δεν σου έφταναν οι φυσικές πληγές σου τους έβαλαν κι αυτούς πάνω από το κεφάλι σου για να σε ελέγχουν. Όχι οι θεοί αλλά οι θανάσιμοι φίλοι σου.
Κάπου - κάπου σ’ αντικρίζουν δυο απ’ αυτούς τους παλιόφιλους στο δρόμο και κάνεις πως δεν τους βλέπεις. Τρομάζεις στη σκέψη να τους μιλήσεις για την κατάντια σου. Γυρίζεις το κεφάλι από την άλλη πλευρά κι ανοίγεις το βήμα προς το σπίτι. Στο σπίτι ή στην κρυψώνα; Το ίδιο κάνει. Μόλις φτάσεις, κλείνεσαι στο δωμάτιο και βάζεις τα κλάματα. Έστω κι αν δεν υπάρχουν δάκρυα οι τύψεις δεν σ’ αφήνουν να ησυχάσεις, γι’ αυτό βάζεις τα κλάματα. Λες και κάποιο μεγάλο κακό έκανες. Στενοχωριέσαι σαν να έκανες φόνο. Νιώθεις αδύναμος, ηττημένος, απογοητευμένος, μια σκευωρία που προκαλεί η κοινωνική αμορφωσιά γύρω σου και συ συνεχίζεις να ζεις ανάμεσα σ' αυτούς που λένε πως γνωρίζουν τα πάντα. Ανάμεσα στους τόσους ανίκανους. Ανίκανους κι ανήμπορους ν' αλλάξουν τον άνθρωπο μέσα τους. Δε σε νοιάζει καθόλου για την εμφάνισή τους. Δεν σε νοιάζει τι πιστεύουν, ή πού δουλεύουν, παρά σε νοιάζει γι’ αυτό που κρύβουν μέσα τους. Να όμως που δεν φεύγει... δεν χάνεται. Ακολουθεί το διάβα τους σαν μια τεράστια σκιά που τους σκεπάζει και πνίγει ότι αγαθό έχουν μέσα τους. Μέχρι να βρικολακιάσουν...
Άκουσε όμως και λίγο τον Αίσωπο. Κοίταξε και λίγο το σακί που έχεις στην πλάτη σου. Μη μου πεις πως δεν είδες ποτέ το σακίδιο στην πλάτη σου!
Εγώ είμαι εδώ να σε βοηθήσω. Είμαι τριγύρω σου φίλε μου, μη με λυπάσαι. Μη μας λυπάσαι. Κοίτα μας όλους, έτοιμοι για φωτογραφία πανέτοιμοι... Γιατί ξέρουμε πως το σώμα θα λιώσει, το χαμόγελο θα σβήσει πιο γρήγορα κι από μια σκέψη και τα έργα μας, κυρίως τα κρυφά, ποιος ξέρει αν θα βγουν κάποια μέρα στη φόρα. Όμως η φωτογραφία δεν θ’ αλλάξει, η φωτογραφία θα μείνει για να προδίδει αυτό που ήμασταν. Ή μάλλον αυτό που νομίσαμε πως ήμασταν πριν βγούμε παραπέρα κι αρχίσουμε τον πόλεμο∙ ή το κουτσομπολιό για κάτι ή κάποιους που τράβηξαν την προσοχή μας. Πάντα πρώτοι εμείς στην αντιπαράθεση για να είμαστε οι πρώτοι και στην επίθεση...
Βομβαρδίζουμε ο ένας τον άλλο με ότι πιο καταστρεπτικό πιάσουν τα χέρια μας, ή και το στόμα μας, το ίδιο είναι. Κι ας είμαστ’ όλοι αντάμα. Κι ας μένουμε στο ίδιο χωριό, στο ίδιο σπίτι. Κι ας βγαίνουμε μειδιάζοντας και στητοί στην ίδια φωτογραφία. Μετά χαϊδεύουμε τα βαμμένα μαλλιά μας με τα ματωμένα χέρια και φορούμε μάσκες προσπαθώντας να ξεγελάσουμε τους άλλους, αφού δεν μπορούμε να ξεγελάσουμε τον εαυτό μας.
Κάθε Πάσχα δεν ξεχνούμε να πλάσουμε τα τσουρέκια, τα κουλουράκια, να στολίσουμε το σπίτι κι ας έχει όση δυσωδία θέλει μέσα μας. Να μην ξεχάσουμε να πάμε στην Ανάσταση το Σαββάτο βράδυ και κει κάτω από το φως των κεριών να πούμε... τι;
Να μην λησμονήσουμε βέβαια να βάψουμε κόκκινα τ’ αυγά την προηγουμένη. Όλα τα βάφουμε κόκκινα. Κάνουμε κόκκινες ακόμη και τις προσευχές μας. Κυκλοφορούμε ανάμεσα στην αδικία, πετώντας από το συμφέρον στη εσωτερική μοναξιά κι από κει στην παραφρόνηση. Φτου να μη μας ματιάσω...
Οι πιο πολλοί χανόμαστε άβολα στην αφάνεια, καθισμένοι βαθιά μέσα στα προσιτά μας σαλόνια, καθώς ρουφάμε φωναχτά τον καφέ ξαπλωμένοι στην πιο μεγάλη πολυθρόνα και κοιτάζοντας από το παράθυρο με την ελπίδα να μας ακούσουν. Δεν μας αρέσει η αφάνεια. Δεν μας βολεύει. Μα είμαστε και τυχεροί γιατί η πολυθρόνα δεν ξέρει. Δεν ξέρει τι συμβαίνει. Αν γνώριζε ίσως και να σωριαζόταν στο πάτωμα από το κακό της.
Ο άδειος, απέραντος χώρος τριγύρω μ’ όλες του τις αντιθέσεις, διαγράφει τα παράδοξα σχήματα που θυμίζουν το φως κάποιας καλύτερης νύχτας και το σκοτάδι κάποιας κακιάς μέρας. Υπόσχονται ν’ αναγεννούν το άπλετο φως του βασιλιά ήλιου που δεν έχει τη δυνατότητα να φωτίσει ούτε μια γωνιά απ' το σκοτάδι αυτού του εσωτερικού μας κόσμου κι έτσι ανήμπορος κι αδέσποτος, χάνεται στις πτυχές της φλοκάτης που ξέχασε ένα ζώο στη γυαλάδα του παρκέ. Τη χλιδή αυτού του παρκέ που δεν το έχει γρατσουνίσει τακούνι.
«Έξω τα παπούτσια από το σαλόνι !» φωνάζουμε κάθε φορά. Λες και δεν θέλουμε να λερώσουμε, οπότε ζητούμε απ’ όλους να τα βγάζουν στην είσοδο και μετά στην έξοδο αφού τα τσαλαπατούν άλλοι τα ψάχνουμε, όλο τα ψάχνουμε. Αν δεν τα βρούμε τότε αισθανόμαστε πως μας αδίκησαν άλλοι. Αν τα βρούμε αρχίζουμε τις κλωτσιές στον πρώτο τυχόντα...



Περνούν τα χρόνια αδερφέ. Κι όλοι, αφανισμένοι μέσα στο καβούκι μας χρωστάμε πολλά στον κόσμο αυτό κι ατέλειωτα στα πάθη μας. Το κορμί, σαν μαραμένο τριαντάφυλλο σαπίζει μπρος στην απέραντη δύναμη του χρόνου καθώς εμείς ξεχάσαμε να σταματήσουμε από το τρέξιμο, για μερικούς την αναζήτηση της γνώσης. Άραγε γνωρίζουμε περισσότερα; Άραγε είμαστε πιο ευτυχισμένοι όταν γνωρίζουμε περισσότερα; Άραγε τι θ’ αφήσουμε πίσω μας απ’ αυτά που γνωρίζουμε; Τι θα πάρουμε μαζί μας; Αν μπορείς προσδιόρισέ τα. Μα, όλα στη φύση το ξέρουν, εμείς μόνον ακόμη δεν το καταλάβαμε... Ή κάνουμε πως δεν το καταλάβαμε. Δεν γνωρίζω αν είναι το ένα ή το άλλο· ή ακόμη αν απλά ξεχνάμε κι όσο γερνάμε πιάνουμε τον εαυτό μας να ξεχνάει σκόπιμα όλο και περισσότερο. Όπως το γέρο που ακούει μόνον αυτά που θέλει. Ρίχνουμε και καμιά ρουφηξιά παραπάνω στον καφέ κι ας μην έμεινε τίποτα άλλο να ρουφήξουμε εκτός από τα κατακάθια, έτσι για ν’ αποφύγουμε να πούμε αυτό που μας βασανίζει.

Š

Τώρα τι σου τα λέω όλ’ αυτά; Ούτε κι εγώ δεν ξέρω, μια και συ τ’ αντικρίζεις σαν ανεπιθύμητη αβεβαιότητα. Η αβεβαιότητα αυτή που βρίσκεται παντού. Πού τριγυρίζει στον κόσμο μας κι ευτυχώς που υπάρχει γιατί αλλιώς φαντάσου αχαριστία που θα βλέπαμε γύρω μας. Ναι αυτή είναι η πραγματικότητα.
Τελικά αυτό που θέλω τόσο πολύ, είναι να σ' έχω στο σημείο της καρδιάς, όπου μπορείς ανά πάσα στιγμή με μια απότομη κίνηση να μου κατακρεουργήσεις την ψυχή, να με προδώσεις, να μου δημιουργήσεις τέτοια τραύματα που δε θα μπορέσω να τα προσπεράσω ποτέ. Τραύματα θανάσιμα. Συνάμα, θέλω με την παραμικρή σου κι απαλή κίνηση να μπορείς να μου δημιουργήσεις τόσο ανείπωτες χαρές που δεν θα μπορέσω ποτέ να τις ξεχάσω. Θέλω να βρίσκεσαι κοντά μου, για να είμαι σε θέση να σου μιλήσω ανοιχτά για το πού πάω κάθε βράδυ που είμαι μόνος, για το τι σκέφτομαι κάθε στιγμή που με περιτριγυρίζουν οι δρόμοι κάποιου λαβυρίνθου. Και μη μου πεις πως δε γνωρίζεις τους λαβυρίνθους; Όπου κι αν πας σ’ αυτό τον κόσμο σ' αυτούς θα καταλήξεις... Κι αν δε σε βρει ο Μινώταυρος θα είσαι άτυχος. Θα είσαι άτυχος γιατί θα συνεχίσεις να ταλαιπωρείσαι ενώ το κουρασμένο σου κορμί θ’ αναρωτιέται γιατί γεννήθηκες. Λες να μην υπάρχει κανένας σοβαρός λόγος; Λες να ήταν τύχη; Ίσως...
Κατάλαβα όμως τώρα, πως μ' έχεις προσπεράσει σε τόσα πολλά πράγματα. Μ' έχεις διδάξει τόσα πράγματα που δε χρειάζεται να τ' αναφέρω, γιατί ίσως από ντροπή μου φύγεις. Τέλος πάντων, να είσαι σίγουρος πως μ' έχεις διδάξει. Δε θέλω βέβαια να φύγεις... Μου έδωσες εκείνο το χέρι που περνάει πάνω από τον πόνο των ανθρώπων και τους κάνει να γιατρεύονται. Μου έδωσες εκείνο το βλέμμα που κάνει βασιλιάδες να γονατίζουν και μούσες να τραγουδούν για μέρες χαράς που λένε πως έρχονται. Αν έρχονται;
Εγώ σταμάτησα πλέον να σταυροκοπιέμαι. Ενώ εσύ που βλέπεις γύρω σου με την ανήσυχη ματιά φοβάσαι μήπως κι απογοητευτούμε όλοι, μήπως και δεν εκπληρωθούν οι προσδοκίες. Τι μας συνερίζεσαι; Τι κάθεσαι και στενοχωριέσαι; Το μόνο που κατορθώνεις, είναι να σε αποκαλούν κορόιδο. Αν και είσαι σίγουρος πως μας μιλάς στη γλώσσα μας αναρωτιέσαι γιατί δε σε καταλαβαίνουμε; Γιατί δε βλέπουμε ένα μέτρο μπροστά μας; Αναρωτιέσαι και σκέφτεσαι αν αξίζει να συνεχίσεις την προσπάθεια. Ποιος τελικά νομίζεις πως είσαι;
Κάθε λίγο, έρχεται το παρελθόν μπρος σ' εκείνα τα τόσο εκφραστικά σου μάτια, σε κάνει να δακρύζεις καθώς οι φοβίες διαδέχονται η μία την άλλη και σου προκαλούν κάποια απελπισία που είναι όμως τόσο παροδική. Όσο παροδικό είναι και το προσποιητό μας χαμόγελο. Δεν ξέρεις αν πρέπει να φοβάσαι ή να διστάζεις, να λυπάσαι ή να φωνάζεις. Είναι φορές που πιστεύεις πως αν τρελαθείς πια σώθηκες γιατί θα σε βάλουμε να ζεις χώρια. Τι όμορφα! Μια και δεν θέλεις να βλέπεις κανένα. Τους βαρέθηκες όλους. Γιατί ζουν σαν βδέλλες που τρώνε απ' το λαβωμένο σου σώμα. Συνεχίζουν να τρώνε έστω κι αν εσύ δεν έχεις άλλο τίποτα να προσφέρεις. Συνεχίζουν να σου ζητούν έστω κι αν εσύ βρίσκεσαι κατάκοιτος στο κρεβάτι.
Κάθε λίγο και λιγάκι, εκεί που αρχίζει μια ηρεμία νεκρική να σέρνει τα βήματά σου, έρχεται κάποιος που μ' έκπληξη δική σου, σε φιλά στο μάγουλο προσφέροντάς σου απλόχερα από την αδυναμία του.
Αυτός που λέει πως σ' αγαπάει...
Μπρφφφφ...
Σου λέει πως σ' αγαπάει, αν και δεν ξέρει τι σημαίνει αγάπη και σε βάζει πάλι κάτω απ' το ζυγό νομίζοντας θα συνεχίσεις να τον υπηρετείς. Αν το κάνεις τα κατάφερε, αν δεν το κάνεις θα σε μισήσει. Δεν θα σου ξαναμιλήσει κι αν είναι από κείνους... κάποιους, θα σου κάνει και κακό. Αχ αυτή η αγάπη! Αυτή η αγάπη... που βρίσκεται πάντα πριν από ένα κάλεσμα κάποιου συμφέροντος. Πού ήταν και πού κατάντησε η αγάπη; Την έχουμε στο στόμα μας ακόμα κι εμείς οι μαστροποί. Και τη λερώνουμε. Και τη χλευάζουμε. Την κατακρεουργούμε. Και μια μέρα εξαφανίζεται... Μια μέρα αλλάζει όψη και γίνεται μίσος.
Αν τέτοιες σκέψεις φίλε σου σφραγίζουν τη ζωή, αν σου φέρνουν αναμνήσεις και σε κάνουν να μην ξεχνάς, να είσαι σίγουρος πως ο δικός σου εσωτερικός κόσμος είναι γεμάτος καλοσύνη, αυταπάρνηση κι αυτοθυσία...
Σε ζηλεύω.
Έλα, πιάσε τα χέρια μου. Έχω μέσα τους κάτι για σένα... Μόνο για σένα.
Κοίταξέ με προσεκτικά στα μάτια. Αν ποτέ ζητήσεις έν’ ακουμπιστήρι για την απορία σου, αν βαρεθείς ψάχνοντας αυτό που δεν υπάρχει, έλα και κάτσε δίπλα μου. Η μοναξιά μου είναι εκεί για σένα. Το άγνωστο που με κυριαρχεί μην το διαταράσσεις με τη γνώση σου, μην προσπαθείς να κλέψεις από το χώρο του, γιατί του χαλάς την ηρεμία, το γεμίζεις με γνώση, άρα και το κάνεις να υποφέρει. Καλύτερα το άγνωστο να μην ξέρει. Κι εγώ που ζω μέσα σ’ αυτό, και θέλω να ζήσω πιο χαρούμενος, όσο ζήσω, ενοχλούμε. Άσε με λοιπόν στην αμορφωσιά μου. Η ατολμία μου σε θέλει να της συμπαρασταθείς. Ξέχασε τα εγκόσμια βασίλεια. Είναι, τ' άτιμα, μόνο γι' αυτό τον κόσμο.
Αλλά μην περιμένεις άλλο κόσμο! Δεν υπάρχει! Ξέχασέ το, μωρέ. Το γνωρίζουν καλύτερα από μας ακόμη και τα μυρμήγκια. Γι' αυτό και κάθε τόσο οι διάδρομοι οι δικοί μας νομίζουμε αλλάζουν και περιμένουμε τη θεία δίκη να συμπληρώσει τη δική μας αδυναμία. Ενώ για τα μυρμήγκια οι διάδρομοι δεν αλλάζουν αν δεν τους ξαναχαράξουν από μόνα τους μέσα στη γη.
Όσο για μας μετακινείται ο στόχος και ο σκοπός μας κάθε ώρα. Διασκευάζουμε γνώμες κι απογοητευόμαστε καθημερινά. Φωνάζουμε ‘αδικία’ και συνεχίζουμε ν’ αδικούμε. Περνάμε απ' τη χαρά στην απελπισία με τη ριπή μιας γνωριμίας που δεν ωρίμασε. Δεν πρόλαβε να τη δει ο χρόνος και να την αξιολογήσει.
Τα ξέρουμε πάντα όλα αδερφέ μου· κι ας μη μπορούμε να ξεχωρίσουμε το φως απ' το σκοτάδι.

Αυτά, λοιπόν.
Αυτά καλέ μου φίλε.
Σου τάπα για τώρα όλα.
Δεν έχω άλλα σήμερα να σου εξομολογηθώ.
Αν δεν μ' ακούσεις θα καταστραφείς κι εσύ, αν με ακούσεις... μην περιμένεις τίποτε καλύτερο.

No comments:

span.fullpost {display:none;}