Friday, 19 August 2011

Το ψέμα της μνήμης

Ζω, για χρόνια τώρα, κοντά σ' ένα νεκροταφείο. Είναι περίπου 300 μέτρα από το σπίτι μου. Φοβάμαι να περάσω τις νύχτες από το δρόμο του αν και ο μαντρότοιχος που το περιβάλλει είναι 3 μέτρα. Χρόνια περιδιαβαίνω τα σοκάκια γύρω του, μια και οι ανάγκες με φέρνουν κοντά στο κάγκελο της σιδερένιας πόρτας μα ποτέ δεν μπήκα μέσα.
Σήμερα, καθώς περνούσα και πάλι από το δρόμο του με το αυτοκίνητο, χωρίς να κοιτάζω διόλου προς την κατεύθυνσή εκείνη, κατέβασα το τζάμι του παραθύρου νιώθοντας μια πλήξη, σαν αυτή που σε περιμένει τα βράδια όταν καταλάβεις ότι πέρασε η μέρα και συ δεν έχεις κατορθώσει ούτε τα μισά που ξεκίνησες φρέσκος το πρωί να κάνεις.

Μα ξάφνου άκουσα μια μελωδία από χαρούμενα και ζωηρά τιτιβίσματα. Τι μελωδία ήταν εκείνη, μόλις το τζάμι το παραθύρου έφτασε στο τέρμα και τ' αυτιά μου έπιασαν το φυσικό ήχο των πουλιών που φώλιαζαν για το βραδυνό τους ύπνο στις φυλλωσιές. Φυλλωσιές των δέντρων που είναι φυτεμένα εντός του νεκροταφείου. Ήταν τόσο απρόσμενη κι απίστευτα όμορφη εκείνη η μελωδία, τόσο ζωντανή και ανεπανάληπτη που μ' έκανε για πρώτη φορά, μετά από τόσα χρόνια, να προσέξω ότι υπάρχουν δέντρα μέσα στο νεκροταφείο της γειτονιάς μου.
Καθώς κυλούσε αθόρυβα το αυτοκίνητο προς το σπίτι, ελάτωσα πάλι για πρώτη φορά ταχύτητα, έτσι για ν' απολαύσω εκείνη την μελωδία που ο κόσμος και η φύση μου πρόσφερε και τόσα χρόνια εγώ έτρεχα να αποφύγω. Τίποτα άλλο δεν άκουγα, τίποτα άλλο δεν πρόσεχα, μια και η πρωτόγνωρη αυτή εμπειρία για μένα θα παραμένει αξέχαστη.
Από μικρός φοβόμουν τα νεκτροταφεία, προξενούσαν σ' εμένα μια φοβία που δεν ήταν δυνατόν να την αποφύγω εφόσον σαν παιδί με φοβέριξαν κάποιοι μεγάλοι ότι εκεί υπάρχουν φαντάσματα, με νύχια γαντζωτά, με μαύρους χιτώνες και κοφτερά μαχαίρια. Ο φόβος αυτός που παρέμεινε στη μνήμη δεκάδες χρόνια, κι εκείνη τη στιγμή ένιωσα πως ήταν λανθασμένος, γιατί η φύση ακόμη και στα νεκροταφεία έχει ζωή. Ενώ τα φαντάσματα, παραμένουν φαντάσματα και δεν είναι τίποτε άλλο εκτός από τη σκέψη που παίζει κρυφτό με τις αδυναμίες μου.
Δεν ξέρω αν ήταν μήνυμα αυτό που μου έστελνε η φύση, δεν ξέρω αν ήταν μια ανακούφιση στις φοβίες μου, ήταν όμως αρκετό να προξενήσει την ηρεμία που χρειαζόμουν για να ξεπεράσω εύκολα το βράδυ μου, έστω και δίχως την ικανοποίηση ότι εκπλήρωσα την αποστολή εκείνης της ημέρας μου...

1 comment:

pylaros said...

Τι σύμπτωση!
Ζω, υπάρχω εδώ και 32 χρόνια απέναντι από ένα νεκροταφείο, εκτός από τα μνήματα (τάφους) είναι πνιγμένο στο πράσινο, δένδρα με δρομάκια, είναι το κοιμητήριο του Αγίου Ραϋμούνδου της Καθολικής εκκλησίας. (ιδιωτικό) για να σε θάψουν εκεί πρέπει να είσαι καθολικός στο θρήσκευμα.

Πως να το κάνουμε, και ο Άγιος Πέτρος είναι κι αυτός ρατσιστής αφού επιτρέπει μόνο Κ. να αναπαύοντε.

Τα καλοκαίρια και την άνοιξη όταν θέλω να αλλάξω περιβάλλον ή μάλλον να φιλοσοφίσω περπατώ ανάμεσα στα δρομάκια, όμως επειδή κλείνουν τις πύλες στις 5 η ώρα, τα βραδάκια περιπατώ στο πεζοδρόμιο και διαβάζω τις επιγραφές των "ενθάδε κείται" θανόντων.

Είναι ένα κοιμητήριο παλαιό, αν θυμάμαι καλά πρωτο- άρχισε το 1870 από Ιταλούς και Ιρλανδούς μετανάστες,
Λέγεται το παλαιό, επειδή υπάρχει κι ένα νέο δίπλα στο ποτάμι περίπου 10 τετράγωνα από την γειτονιά μου.

Όσο για το τιτίβισμα των πουλιών, μας συντροφεύουν, -άνοιξη-καλοκαίρι- αρχίζουν να κελαηδούν από τις 4 τα χαράματα προπαντός the mockingbird (minus-polyglottos)
τα οποία μιμούνται πολλες και διαφορετικές λαλιές.

Regards from NY

Gabriel

span.fullpost {display:none;}