Thursday, 9 April 2009

Οι Ρομαντικοί ανάξιοι...


Είδαμε όλοι οι ομογενείς τα δημοσιεύματα στον τύπο για την απόφαση του Κοινοβουλίου της Τρίτης 7 Απριλίου 2009 όσον αφορά την ψήφο των ομογενών.

Δεν κατόρθωσε η Βουλή των Ελλήνων να συγκεντρώσει τις 200 ψήφους που χρειαζόταν για να παραδώσει το δικαίωμα στους απόδημους να συνδράμουν στην προσπάθεια για πρόοδο κι ευημερία της Ελλάδας. Ποιοι το αποφάσισαν; Οι βαρύγδουποι και βροντόφωνοι και αλληλο-υπόσχοντες ξεφτισμένων πολιτικών και πεπαλαιωμένων συνηθειών ρήτορες της προσαρμοσμένης τους λογοδιάρροιας στα κομματικά συμφέροντα, βουλευτές της πατρίδας. Αυτοί, λοιπόν, δεν θεώρησαν λογικό να προσφέρουν την ψήφο στον Έλληνα του εξωτερικού που τους συμπαραστέκεται κάθε φορά που θ’ ανοίξουν το στόμα τους να μιλήσουν για τα ιερά και όσια της πατρίδας που καταπατούνται ανελέητα στο βωμό του συμφέροντος της κάθε γείτονος.

Wednesday, 4 March 2009

Αχ αυτός ο παππούς μου...
νάτος πάλι να με προβληματίζει


κύριε Δήμαρχε Ανδρέα Χρήστου,
άκουσε προσεκτικά τον παππού μου...


Αυτές τις μέρες (7 και 8 Μαρτίου) έχουμε την καθιερωμένη για 15 χρόνια τώρα Γιορτή του Κρασιού της Κυπριακής πατριάς στην πόλη της Μελβούρνης. Πολλές οι προσδοκίες, οι διαφημίσεις, τα χωρατά στο ραδιόφωνο και στα μουμουέ και πολλές οι υποσχέσεις. Φέτος μάλιστα που οι εορτασμοί είναι "επετειακοί" θα μας διασκεδάσει και μια Τουρκοκύπρια τραγουδίστρια που την πληρώνουμε να τη φέρουμε από την Κύπρο και τα μέρη που μας πήραν για να μας αποκαλέσει... ραγιάδες. Και τα πράγματα γίνονται ακόμη χειρότερα: Αντί να καλέσουμε τους Έλληνες επιχειρηματίες και οργανισμούς να γεμίσουν τα παραρτήματα με σουβλάκια, δάχτυλα (κυπριακή λιχουδιά) και κυπριακή σεφταλιά, φωνάξαμε τους Τούρκους για να υπάρχει προσέγγιση 'αδελφική' και νέα. Δεν με πιστεύετε; Ρωτήστε αυτούς που ξέρουν εκ των έσω και θα μάθετε.

Wednesday, 11 February 2009

O παππούς μου


Ο παππούς μου, είναι ο άνθρωπος που μου δώρισε τ' όνομά του να το ταλαιπωρώ σ’ όλη μου τη ζωή. 'Ενα όνομα που αντικατοπτρίζει την αδυναμία του χαρακτήρα και την μωρία της προσωπικότητάς μου.

Εκείνος από την πλευρά του, κάθε φορά που έφευγε για τα πράσινα χωράφια κανένας γνωστός του έλεγε: «Τον έστειλα κι αυτόν...». Μια φράση που ακουγόταν μέσα στο σπίτι συχνά όσο ζούσαμε μαζί και παρ’ όλη την άγνοιά μας για το τι ακριβώς εννοούσε, δεν την ξέχασα ποτέ.


Wednesday, 28 January 2009

Φιλοσοφία ή Λογοτεχνία - μιά άποψη


Πιστεύω πως υπάρχει κάποια έλλειψη κατανόησης των δύο συγκεκριμένων εννοιών, της λογοτεχνίας και της φιλοσοφίας. Η κατάσταση αυτή αισθάνομαι πως ενεργεί σαν ανασταλτικός παράγοντας στην αποσαφήνιση των κοινών σημείων τους αλλά και διογκώνει την οποιαδήποτε διαφορά τους. Συνάμα δημιουργεί ερεθίσματα στη σκέψη καθώς και ευκαιρίες να γίνει κάποια σύγκριση ή τέλος να μεταδοθούν κάποιες ιδέες.

Στο πόνημα αυτό προσπαθώ να φέρω στην επιφάνεια μερικές ιδέες καταθέτοντας μια συγκριτική άποψη, κάτω από το βλέμμα του συγγραφέα με όση περισσότερη αμεροληψία μπορώ να καταφέρω.
Πρέπει να ομολογήσω πως για να κάνω αυτή τη σύγκριση πραγματικότητα, χρησιμοποιώ τη φιλοσοφία, που είναι το μόνο μέσο το οποίο κατέχει τα απαραίτητα συστατικά για να δώσει μια συνέχεια και ανάλυση στα φαινόμενα. Μπορούσα βέβαια να κάνω χρήση της λογοτεχνίας και χρησιμοποιώντας αλληγορικά μέσα να φτάσω στο ίδιο αποτέλεσμα, όμως η προσπάθεια ίσως να μην ήταν τόσο αποδοτική εφόσον υπάρχει πιθανότητα να μη γινόταν αντιληπτή.

Thursday, 15 January 2009

Στη μοναδική μου...


Σε βλέπω τρυφερή, τόσο μικρή
Και η ματιά μου στις γραμμές σου καρφωμένη
Χωρίσαμε δίχως να πούμε το γιατί
Κι αφήσαμε τις τόσες θύμισες του χτες
Σε κάποια πέτρα απ’ τον ήλιο σου καμένη.


Monday, 5 January 2009

Στο βάθος η Μελβούρνη

Πρέπει να περπατάς στ' αριστερά του μονοπατιού στην παραλία της Μελβούρνης σαν βγαίνεις τα Σαββατοκύριακα διψώντας για ζωή και θάλασσα. Το μονοπάτι πάει για πολλά χιλιόμετρα, με αποτέλεσμα να μην γνωρίζεις που αρχίζει και πού τελειώνει.

Ακόμη και στο δάπεδο του πεζόδρομου αυτού είναι γραμμένες οι υποδείξεις για τη σωστή χρήση του. Δεν μπορείς να χρησιμοποιήσεις ποδήλατο εδώ.
Τα ποδήλατα έχουν το δικό τους δρόμο.
Κι αν αποφάσισες να βγάλεις το σκύλο σου βόλτα να γνωρίζεις ότι οι σκύλοι πρέπει να είναι δεμένοι με σχοινί κοντό και να κουβαλάς μαζί σου μια σακούλα για να βάζεις τα τυχόν απορρίμματα τους.
Για να σε βοηθήσει ο Δήμος στην ολοκλήρωση της ψυχαγωγίας του σκύλου σου έχει τοποθετήσει τασάκια με νερό για να πιει το ζώο αν διψάσει. Οι χαμηλοί φράχτες σε καθοδηγούν μήπως και παραστρατήσεις σε άλλα χωρικά σημεία, δίνοντας μια ένδειξη της εποχής που ζει ο πολίτης της Μελβούρνης σήμερα.

Thursday, 1 January 2009

Παρθενογένεση


Σαν μ’ επέτρεψε ο Θεός ν’ ανοίξω τα μάτια μου κάποια μέρα, σκεπτόμουν θά ‘πρεπε να μου δώσει και την ευκαιρία να τον γνωρίσω, ν’ απλώσω τα χέρια μου πάνω του και να τον αγγίξω. Δεν μιλώ για νοητές επαφές και πίστη στο άγνωστο, μιλώ για επαφή ανθρώπινη, φυσική που είναι προσαρμοσμένη στις αισθήσεις που μου έδωσε. Αυτή είναι η ανησυχία και πιστεύω θά ‘πρεπε να έχω αυτή την ευκαιρία.

Όλοι μου δάσκαλοι μου μιλούν για έναν αόρατο δημιουργό, για έναν παντοδύναμο πλάστη του ουρανού και της γης, του γαλάζιου και του πράσινου, του φωτεινού άσπρου και του άχαρου μαύρου. Και καθώς μιλούν με κάθε τους φράση ένα νέο ερώτημα δημιουργείται στο μυαλό. Τι θα τα κάνω τόσα ερωτήματα;

Τελικά, οι μέρες έφτασαν κι έκανα το πρώτο βήμα στην αναγνώριση του Θεού μου με το να καταλάβω πως ο Θεός έχει χρώμα. Ναι, τον είδα χτες την ώρα που βρήκα ανέτοιμο τον εαυτό μου να σουλατσάρει ξέγνοιαστα μέσα στην παρθένα φύση. Τη φύση που κάθε χρόνο την ίδια εποχή βγαίνει από τους σπόρους της ζωής και παρθενοποιείται πάνω στα χρώματα των λουλουδιών, στ’ αρώματα των μπουμπουκιών και στα βρεγμένα φύλλα των δέντρων.

Είδα το χρώμα του Θεού σας ομολογώ, την ώρα που τ’ απογευματινό αεράκι ξεπρόβαλε ανάμεσα από τις πλαγιές και κατέβαινε την πεδιάδα σφυρίζοντας καθώς ταρακουνούσε αδιάκοπα τα φύλλα και η θέα ήταν απίθανη. Είδα το χρώμα του Θεού σας ομολογώ και πάλι, την ώρα που η ησυχία του δειλινού σου έσπαγε τα τύμπανα και ο ήχος ήταν γλυκύτατος. Είδα το χρώμα του Θεού καθώς η μέλισσα πέταξε φουριόζα από πάνω μου κατευθυνόμενη προς το πιο κοντινό λουλούδι. Αν έβγαζα καμιά λέξη από το στόμα έπρεπε να είναι ψιθυριστά για να μην χαλάσω την απόλυτη ηρεμία της πλάσης. Κι αυτή η ψιλή βροχή με τη δροσιά του γκρίζου σύννεφου που δεν άντεξε το βάρος, σκόρπιζε το πράσινο παντού τριγύρω δίχως να λογαριάζει αν τα δέντρα έφεραν καρπούς ή όχι, αν ετοίμαζαν καταπράσινα κουκουνάρια ή ήταν στείρα.

Το βλέμμα μου, σαν παθιασμένο παλαμάρι που δεν δέθηκε καλά από το ναύτη χτυπιόταν μια καταδώ και μια κατακεί στην όψη ολάκερης αυτής της ομορφιάς. Της ομορφιάς που μ’ άφηνε από μόνος να την ερωτευτώ και σκεπτικός καθώς ριχνόμουν να την αγκαλιάσω με το βλέμμα που δεν έφτανε το πλάτος της, τη σκέψη και το σώμα μου που δεν συγκρινόταν με την απεραντοσύνη της• το μυαλό συνεχώς να δοκιμάζει ξανά και ξανά ανήμπορο να την χωρέσει.

Αν είναι όμως τόσο όμορφη που την είδα σήμερα, γιατί να μην την ακολουθήσω όπου κι αν θέλει να με πάει; Γιατί να ζητήσω απ’ αυτή να μου επιτρέψει να παρατείνω την παρουσία μου σ’ αυτό το κάλλος παραβαίνοντας το νόμο της και το νόμο του Θεού μου; Ποτέ δεν ζήτησα να με φέρει, κι αυτή μου έκανε τη χάρη, ποτέ δεν ζήτησα να με αφήσει να τη γνωρίσω κι αυτή μου έκανε ακόμη μια χάρη. Τώρα θέλω ν’ αφήσω ελεύθερο το σώμα μου στα χέρια της, να πάρει από πάνω του ότι θέλει.

Ξάφνου κατάλαβα τα χέρια μου από μόνα τους άνοιγαν όσο πιο διάπλατα μπορούσαν θέλοντας να την αγκαλιάσουν και ν’ αγκαλιαστούν. Μετά γονάτιζες στο παχύ χορτάρι κι άφηνες το σώμα σου να πέσει πάνω του, να κολλήσει στο χώμα, ενώ το στόμα να γεύεται τα χόρτα που έτυχε να βρεθούν μπροστά του. Σε λίγο, ένας ύπνος ερχόταν καλωσορισμένος και σ’ έπαιρνε όπου ήθελες, από το βαθύ δάσος στον πιο απόμακρο παραλιακό αγριότοπο.

Οι σταγόνες της ψιλής βροχής όμως δεν με άφηναν για πολύ ν’ αφαιρεθώ. Μου έστελναν κι ένα μήνυμα κάθε φορά στη θύμηση πως είμαι ακόμη ζωντανός. Εγώ όμως, θα ήθελα έτσι εκείνη τη στιγμή να γίνω ένα με αυτή την πανέμορφη γενεσιουργία, κι όπως ξεκίνησα από τη σκόνη να γίνω πάλι σκόνη και να χωθώ ανάμεσα στα κύτταρα των φύλλων, να με πάρει το αεράκι και να με πετάξει πέρα στους πρόποδες του πιο κοντινού βουνού. Να με πάρει η βροχή και να με αποθέσει στα πόδια ενός τριφυλλιού. Να με πάρει το ρυάκι και να με φυτέψει στις ρίζες των πεύκων για να ζωογονηθεί το πράσινο, για να παρθενοποιηθεί το σύμπαν, για μια ακόμη φορά. Ας με πάρει το ποταμάκι και κελαρύζοντας να με περάσει ανάμεσα από τις πέτρες στο διάβα του προς τη θάλασσα και να με ρίξει στον πυθμένα. Δεν πειράζει σε πιο πυθμένα, αρκεί να βρίσκομαι εκεί να το βλέπω καθώς θα περνάει από πάνω μου. Να με πάρει ο χρόνος για να χαθώ και να γίνω ένα ανύπαρκτο πλάσμα όμως τόσο σημαντικό στην αναγέννηση αυτού του ατέλειωτου πράσινου.

Ο Θεός έχει χρώμα, μα δεν έχει συμπόνια, ούτε καρτερικότητα, απλά μια εξέλιξη που στο διάβα της παίρνει όλους του ικανούς ή και ανίκανους, τους φτωχούς ή πλούσιους, τους μεγάλους ή μικρούς, σκεπτικούς ή απερίσκεπτους. Και δεν διαλέγει πότε θα μας πάρει, απλά σαν βρεθείς στο διάβα της την ώρα που περνάει με το σπαθί στο ένα χέρι κι ένα πράσινο βάλσαμο στο άλλο θα σου γνέψει ‘έλα’. Τότε πρέπει να την ακολουθήσεις…

Τελικά άρχισα να συνέρχομαι και καθώς βλέπω στα χέρια μου μια φωτογραφική μηχανή να μη σταματώ να βγάζω φωτογραφίες, και να αιχμαλωτίζω στιγμές καθώς τις αποθέτω στην αιωνιότητα. Με κάθε κλικ της μηχανής να βγαίνει κι ένας ήχος ανακούφισης από το στόμα μου, γιατί απέκτησα κι αυτή την εικόνα που παρ’ όλη την αιωνιότητά της ποτέ δεν παύει να μαγεύει, ποτέ δεν παύει να συναρπάζει όχι μόνον εμένα αλλά τον κάθε διαβάτη.

Είναι ολάκερος ο χρόνος μια άνοιξη…

span.fullpost {display:none;}