Thursday, 1 January 2009

Παρθενογένεση


Σαν μ’ επέτρεψε ο Θεός ν’ ανοίξω τα μάτια μου κάποια μέρα, σκεπτόμουν θά ‘πρεπε να μου δώσει και την ευκαιρία να τον γνωρίσω, ν’ απλώσω τα χέρια μου πάνω του και να τον αγγίξω. Δεν μιλώ για νοητές επαφές και πίστη στο άγνωστο, μιλώ για επαφή ανθρώπινη, φυσική που είναι προσαρμοσμένη στις αισθήσεις που μου έδωσε. Αυτή είναι η ανησυχία και πιστεύω θά ‘πρεπε να έχω αυτή την ευκαιρία.

Όλοι μου δάσκαλοι μου μιλούν για έναν αόρατο δημιουργό, για έναν παντοδύναμο πλάστη του ουρανού και της γης, του γαλάζιου και του πράσινου, του φωτεινού άσπρου και του άχαρου μαύρου. Και καθώς μιλούν με κάθε τους φράση ένα νέο ερώτημα δημιουργείται στο μυαλό. Τι θα τα κάνω τόσα ερωτήματα;

Τελικά, οι μέρες έφτασαν κι έκανα το πρώτο βήμα στην αναγνώριση του Θεού μου με το να καταλάβω πως ο Θεός έχει χρώμα. Ναι, τον είδα χτες την ώρα που βρήκα ανέτοιμο τον εαυτό μου να σουλατσάρει ξέγνοιαστα μέσα στην παρθένα φύση. Τη φύση που κάθε χρόνο την ίδια εποχή βγαίνει από τους σπόρους της ζωής και παρθενοποιείται πάνω στα χρώματα των λουλουδιών, στ’ αρώματα των μπουμπουκιών και στα βρεγμένα φύλλα των δέντρων.

Είδα το χρώμα του Θεού σας ομολογώ, την ώρα που τ’ απογευματινό αεράκι ξεπρόβαλε ανάμεσα από τις πλαγιές και κατέβαινε την πεδιάδα σφυρίζοντας καθώς ταρακουνούσε αδιάκοπα τα φύλλα και η θέα ήταν απίθανη. Είδα το χρώμα του Θεού σας ομολογώ και πάλι, την ώρα που η ησυχία του δειλινού σου έσπαγε τα τύμπανα και ο ήχος ήταν γλυκύτατος. Είδα το χρώμα του Θεού καθώς η μέλισσα πέταξε φουριόζα από πάνω μου κατευθυνόμενη προς το πιο κοντινό λουλούδι. Αν έβγαζα καμιά λέξη από το στόμα έπρεπε να είναι ψιθυριστά για να μην χαλάσω την απόλυτη ηρεμία της πλάσης. Κι αυτή η ψιλή βροχή με τη δροσιά του γκρίζου σύννεφου που δεν άντεξε το βάρος, σκόρπιζε το πράσινο παντού τριγύρω δίχως να λογαριάζει αν τα δέντρα έφεραν καρπούς ή όχι, αν ετοίμαζαν καταπράσινα κουκουνάρια ή ήταν στείρα.

Το βλέμμα μου, σαν παθιασμένο παλαμάρι που δεν δέθηκε καλά από το ναύτη χτυπιόταν μια καταδώ και μια κατακεί στην όψη ολάκερης αυτής της ομορφιάς. Της ομορφιάς που μ’ άφηνε από μόνος να την ερωτευτώ και σκεπτικός καθώς ριχνόμουν να την αγκαλιάσω με το βλέμμα που δεν έφτανε το πλάτος της, τη σκέψη και το σώμα μου που δεν συγκρινόταν με την απεραντοσύνη της• το μυαλό συνεχώς να δοκιμάζει ξανά και ξανά ανήμπορο να την χωρέσει.

Αν είναι όμως τόσο όμορφη που την είδα σήμερα, γιατί να μην την ακολουθήσω όπου κι αν θέλει να με πάει; Γιατί να ζητήσω απ’ αυτή να μου επιτρέψει να παρατείνω την παρουσία μου σ’ αυτό το κάλλος παραβαίνοντας το νόμο της και το νόμο του Θεού μου; Ποτέ δεν ζήτησα να με φέρει, κι αυτή μου έκανε τη χάρη, ποτέ δεν ζήτησα να με αφήσει να τη γνωρίσω κι αυτή μου έκανε ακόμη μια χάρη. Τώρα θέλω ν’ αφήσω ελεύθερο το σώμα μου στα χέρια της, να πάρει από πάνω του ότι θέλει.

Ξάφνου κατάλαβα τα χέρια μου από μόνα τους άνοιγαν όσο πιο διάπλατα μπορούσαν θέλοντας να την αγκαλιάσουν και ν’ αγκαλιαστούν. Μετά γονάτιζες στο παχύ χορτάρι κι άφηνες το σώμα σου να πέσει πάνω του, να κολλήσει στο χώμα, ενώ το στόμα να γεύεται τα χόρτα που έτυχε να βρεθούν μπροστά του. Σε λίγο, ένας ύπνος ερχόταν καλωσορισμένος και σ’ έπαιρνε όπου ήθελες, από το βαθύ δάσος στον πιο απόμακρο παραλιακό αγριότοπο.

Οι σταγόνες της ψιλής βροχής όμως δεν με άφηναν για πολύ ν’ αφαιρεθώ. Μου έστελναν κι ένα μήνυμα κάθε φορά στη θύμηση πως είμαι ακόμη ζωντανός. Εγώ όμως, θα ήθελα έτσι εκείνη τη στιγμή να γίνω ένα με αυτή την πανέμορφη γενεσιουργία, κι όπως ξεκίνησα από τη σκόνη να γίνω πάλι σκόνη και να χωθώ ανάμεσα στα κύτταρα των φύλλων, να με πάρει το αεράκι και να με πετάξει πέρα στους πρόποδες του πιο κοντινού βουνού. Να με πάρει η βροχή και να με αποθέσει στα πόδια ενός τριφυλλιού. Να με πάρει το ρυάκι και να με φυτέψει στις ρίζες των πεύκων για να ζωογονηθεί το πράσινο, για να παρθενοποιηθεί το σύμπαν, για μια ακόμη φορά. Ας με πάρει το ποταμάκι και κελαρύζοντας να με περάσει ανάμεσα από τις πέτρες στο διάβα του προς τη θάλασσα και να με ρίξει στον πυθμένα. Δεν πειράζει σε πιο πυθμένα, αρκεί να βρίσκομαι εκεί να το βλέπω καθώς θα περνάει από πάνω μου. Να με πάρει ο χρόνος για να χαθώ και να γίνω ένα ανύπαρκτο πλάσμα όμως τόσο σημαντικό στην αναγέννηση αυτού του ατέλειωτου πράσινου.

Ο Θεός έχει χρώμα, μα δεν έχει συμπόνια, ούτε καρτερικότητα, απλά μια εξέλιξη που στο διάβα της παίρνει όλους του ικανούς ή και ανίκανους, τους φτωχούς ή πλούσιους, τους μεγάλους ή μικρούς, σκεπτικούς ή απερίσκεπτους. Και δεν διαλέγει πότε θα μας πάρει, απλά σαν βρεθείς στο διάβα της την ώρα που περνάει με το σπαθί στο ένα χέρι κι ένα πράσινο βάλσαμο στο άλλο θα σου γνέψει ‘έλα’. Τότε πρέπει να την ακολουθήσεις…

Τελικά άρχισα να συνέρχομαι και καθώς βλέπω στα χέρια μου μια φωτογραφική μηχανή να μη σταματώ να βγάζω φωτογραφίες, και να αιχμαλωτίζω στιγμές καθώς τις αποθέτω στην αιωνιότητα. Με κάθε κλικ της μηχανής να βγαίνει κι ένας ήχος ανακούφισης από το στόμα μου, γιατί απέκτησα κι αυτή την εικόνα που παρ’ όλη την αιωνιότητά της ποτέ δεν παύει να μαγεύει, ποτέ δεν παύει να συναρπάζει όχι μόνον εμένα αλλά τον κάθε διαβάτη.

Είναι ολάκερος ο χρόνος μια άνοιξη…

No comments:

span.fullpost {display:none;}