Wednesday, 30 January 2008

Μέρα Τρίτη


Σηκώθηκε νωρίς-νωρίς απ’ το μονό του στρώμα
ντύθηκε τάχα γιορτινά, το μαύρο το κοστούμι
παπούτσια μαύρα, μυτερά, λουστρίνια γυαλισμένα,
τα είχε βάψει γελαστός σαν ήπιε λίγο ρούμι,
μα με το κόκκινο παπιγιόν φάνταζε στα χαμένα
αφού τα χρόνια τώρα πια τον έχουνε κυρτώσει·
τα λαγγεμένα μάτια του σχεδόν πια τυφλωμένα
κάθε στιγμή και μια πνοή που πάει να τελειώσει.


Ούτ’ ένα βλέμμα όμως πια δεν βρήκε τον καθρέφτη,
κι ως λιτοδίαιτος θα πιει νεράκι μια γουλιά
απ’ το ποτήρι που βραδύς τον είχε βγάλει ψεύτη
και νυσταλέος ξέχασε νωρίς σε μια γωνιά.
Τα διάβηκε περήφανος τόσες δεκάδες χρόνια
που πέρασαν φουριόζικα κι αν τού ‘ρχονταν στο νου
σαν σύννεφα να τον θωρούν κάποια εσχάτη ώρα
αυτός λαλιά μονόχορδη, συντρίμμι του καιρού.

Πήγε ως το παράθυρο, τράβηξε την κουρτίνα
κι ο ήλιος μπήκε σιωπηλός να τον υποδεχτεί,
αυτή η μέρα του χαμού έμοιαζε καραντίνα
αν κι η τουλίπα γελαστή χάζευε την αυγή˙
φάνταζε ροδοκόκκινη στη γλάστρα, στο περβάζι
όπως κουνιόταν λυγερή τι νά ‘θελε κι αυτή,
τον ήλιο στα δεντρόφυλλα άρχισε να ρεμβάζει
σαν μια κοπέλα λεύτερη που ψάχνει για παιδί…

Ακόρεστο το πέρασμα της φιλντισένιας νιότης
που γρήγορα απέρχεται κρυφά ’πό το κορμί
και η ασχήμια εξορμεί στο χρόνο το δικό της
για να του κλέψει και αυτή ότι καλό θα βρει.
Αργά-αργά κατάφερε την κάμαρα ν’ ανοίξει
κρατώντας παθιασμένες τις θύμισες του χτες,
ο γέρος στο στερνό κατώφλι να πατήσει
χωμένος αδιάκριτα σε σκέψεις μακρινές.

Τίποτα δε χρειάζεται να πάρει πια μαζί του
και ούτε ενδιαφέρεται τίποτα να γευτεί.
Φόρεσε το καπέλο του, τα πιο καλά γυαλιά του
κι άνοιξε τέλος διάπλατα την πόρτα να διαβεί.
Στο κεφαλόσκαλο αδρός στάθηκε πριν το δρόμο,
αυτό το ξέρει πως ποτέ δεν υστερολογεί,
πιο πέρα ο μπάτης βούιξε σαν χάθηκε στο χρόνο
και ο Αζώρ ο πιο πιστός πήδηξε πριν τον δει...

Αργά και πάλι πέρασε τα λίγα σκαλοπάτια
τα μέτρησ’ όπως πάντα, ξανά τα βρήκ’ εννιά.
Πρώτη η μαγκούρα έτρεξε να βγει στα μονοπάτια
κρατώντας τον στα όρθια για μια στερνή φορά.
Σταμάτησε, ανάπνευσε, κοίταξ’ ολούθε γύρω
και την τουλίπα χάιδεψε χωρίς να πει μιλιά
καθώς της έγνεφε σιγά το πιο στερνό του αντίο
σειότανε, λυγιότανε, ζήταγε γαλιφιά.

Σαν γύρισε στον ουρανό το πιο καλό του μάτι
άρχισε πια να σκέφτεται ταξίδι μακρινό,
να δρασκελίζει το γνωστό κι έρημο μονοπάτι
σιγά, καθώς κουνιότανε σαν βάρκα το πουρνό
κι όπως στην άκρη του πανιού βαστάει τρωγλοδύτη
που περιμένει άσκοπα αγέρα δειλινό,
κι αντί για μπάτη συναντά στερνό αποσπερίτη
που θα τον πάρει ξάκρισμα πάνω στον ουρανό.

Γύρισε λίγο κοίταξε για μια φορά το σπίτι
του έγνεψε το «έχε γεια» δίχως να ψυλλιαστεί
το τι ο γέρος σκέφτηκε να κάνει κι ήταν Τρίτη
κι ήρθε η ώρα σήμερα να τ’ αποχωριστεί•
ας μείνει έτσι έρημο χωρίς ιδιοκτήτη
να το κτυπά ο άνεμος, χαλάζι και βροχή
να καρτερά μοναχικό και σαν τον Ψηλορείτη
μια νέα οικογένεια να εγκατασταθεί.

Ξεροκατάπιε, έβηξε, δόθηκε του καημού του
και ένα δάκρυ πού ‘τρεξε το ένιωσε καυτό
σαν κύλησε στο μάγουλο νοικάρης του λυγμού του
που θέλησε να μοιραστεί κοπιαστικά κι αυτό,
παρ’ όλο που οι φοβίες του έφυγαν προ πολλού
ούτε πολυσκοτίστηκε τι ‘θελε το μυαλό,
καταφυγή στην άβυσσο ενός παλιού εαυτού
που έχασε στο άπειρο του χρόνου το σκοπό.

Σαν έσπρωξε το κάγκελο φορώντας την καμπούρα
στο δρόμο αυτό αχάρητος είχε μια μόνο βλέψη·
στο διάβα του το σύννεφο, στα χέρια τη μαγκούρα
την έσφιξε, μουρμούρισε: «η μέρα θα στερέψει».
Κρατώντας μια απόφαση που πήρε όντας κούρα
σαν νέος υπαινίχθηκε θα βγάλει στη στιγμή,
ο χρόνος όμως δεν μπορεί το γέρο να νταντέψει,
στα πόδια τα τρεμάμενα η πιο στερνή του ισχύ.

Βρήκε τη στράτα και ευθύς τον ήλιο τον ρωτούσε
για πόση ώρα σήμερα θα φέγγει στα ουράνια
με το κεφάλι του σκυφτό δύσκολα προχωρούσε
ακαταλάγιαστος ζωή πέρασε στην αφάνεια.
Πηλοβατώντας ψύχραιμα το φως ακολουθούσε
κι η ράχη όλο έσπρωχνε το πρόσωπο στο χώμα
τα χέρια του ατάραχα, το πνεύμα σκουντουφλούσε,
η ραθυμία τίποτα μπροστά στην περηφάνια.

Μα ξάφνου κοντοστάθηκε, σαν νάχε ξεχαστεί
αργά τα μάτια σήκωσε κοίταξε μπρος το δρόμο
τ’ ορίζοντα τα χρώματα δεν είχε ξαναδεί.
Θυμήθηκε τη ξενιτιά, τη μάνα μες στο χρόνο
και τη γυναίκα σύντροφο να έχει πια χαθεί
αινίγματα στο βάναυσο αυτό τον κοσμονόμο
που δεν λογιάζει το κορμί για πού πεζοπορεί
μα με το μάλαγμα του νου συμπάθησε τον πόνο.

Έμεινε απροστάτευτος, λιτός στη μοναξιά
αποδιωγμένος, μισητός και βιάζεται να φτάσει
εκεί που λήθης λάφυρα του κόπου νοσηρά
τελείωσαν στα βήματα, του παρελθόντος πάθη
αφού ο Πλάστης στη ζωή ακόμη τον κρατά
κουφάρι επιπόλαιο, της μοίρας κατακάθι
ευπρέπειας κατάλοιπο, κυρτό στη μια μεριά
που δεν νοούσε πια κανείς πως πά’ να θυσιάσει.

Μα χρειαζόταν δύναμη, φοβόταν μην ξεχάσει
ώσπου να πάει στο βουνό εκεί πού ‘χε σκεφτεί
απλά μακριά ‘π’ το σπιτικό ήθελε να περάσει
και όσο κοντοζύγωνε κι όσο περιπατεί,
όσο περνούσε η ώρ’ αυτή κι έπιασε να βραδιάσει
το μονοπάτι ατέλειωτο το χώμα καφετί
και κάθε τόσο κοίταζε κάτω μήπως σκοντάψει,
δεν θα τον πήγαινε αλλού παρά μονάχα εκεί...

Σε λίγο κοντοζύγωσε, πέρασε και τα δέντρα,
είδε τ’ αγριολούλουδα ν’ αλλάζουν τόσα χρώματα,
το σούρουπο σαν έσπρωχνε το βασιλιά στην άκρα
ακόμη μια εισέπνευσε όλα αυτά τ’ αρώματα.
Σταυρώθηκε, ευχήθηκε, δεήθηκε στη ράτσα,
αστροφεγγιά περίμενε κι ένα από τα θαύματα
και το φευγιό να καμωθεί ξεχνώντας κάθε σάρκα
του Πλάστη που του πρόσφερε απλόχερα ζωάρκεια.

Τα δυο παιδιά του μακριά με τις δικές τους έγνοιες
τα σκέφτηκε, για μια στιγμή τα έφερε στη μνήμη
να μην γιορτάσει μοναχός τ’ άρωμα στις γαρδένιες
που ολούθε γύρω τον κοιτούν καθώς τον κόσμο αφήνει
να πάει να βρει ξεκούραση πέρα απ’ τις σκοτούρες
μιας άχαρης, πικρόκαρδης ζωής μέσα στη δίνη
σ’ αυτό το ψυχορράγημα και τις μνησικακίες
που τον κρατούν βαρύθυμο, πνιγμένο στην οδύνη.

Ήξερε πού βρισκότανε, γνώριμη γύρω η πλάση
και τα πουλιά τον γνώρισαν, ο αγέρας που φυσούσε·
θυμόταν νιος τους έφερνε να δουν εδώ τη δύση
που σκόρπιζε στο πράσινο χρέος σαν εκτελούσε
ανώτερο, αστέρευτο η ζωοδόχα φύση.
Μα τώρα πια κουτσαίνοντας πέταξ’ ότι κρατούσε
τα πόδια είχαν όλα τους τα βήματα βαδίσει
και η στιγμή του τέλους του όλο τον καρτερούσε.

Γονάτισε και γύρισε τα χέρια στα ουράνια
κι είπε απευθυνόμενος προς τη δική του αγάπη:
Καλή μου, σε ευχαριστώ για όλ’ αυτά τα χρόνια
βοήθησες να ζήσουμε μακριά από ραχάτι,
ποτέ σου δε βαρέθηκες, φέρθηκες με συμπόνια
όσο και αν αγρίευα στου πόνου το κρεβάτι,
το βάρος όσο αφόρητο κρατούσες δυο τιμόνια,
μα ξέρεις έρχομαι ξανά κάνε στο πλάι λιγάκι.

Κοίταξε κάτω απέραντος ο πράσινος ο κάμπος,
το χάσμα δέσποζε ευρύ να τον υποδεχτεί
η ρεματιά απύθμενη, απόκρημνος ο βράχος
το γέρικο το σώμα του έτοιμο να ριχτεί.
Κι ο άνεμος αδήριτος βούιξε κύκνειο άσμα
το σύννεφο του άγγιξε το πνεύμα πριν χαθεί,
τ’ αστέρια τρεμοσβήσανε για έν’ ακόμη πλάσμα
που με τη φύση τελικά για πάντα θα ενωθεί.

Πιο πέρα στα χαμόκλαδα ο σκύλος που κοιτούσε
σταμάτησε απότομα σαν γάβγιζε νωθρά
τόσο που πάγωσε η γη, το σύννεφο ριγούσε
ακούγοντας το άμοιρο ζώο ν’ αγκομαχά
αφού χαμένο ούρλιαζε και την ουρά κουνούσε
κι άφηνε κάπου ν’ ακουστεί μια ψυχική στριγκλιά
σαν καταλάβαινε για πού ο γέρος πια τραβούσε
κι έψαχνε λόγο ανθρώπινο να πει παρηγοριά.

Τέλος... τα μάτια έκλεισε κι ήρθαν στερνές οι σκέψεις
πριν το φεγγάρι αντιληφθεί κι η Πούλια γεννηθεί
κι όπως μεθά ο ουρανός έχοντας άλλες βλέψεις
ζυγώνει τ’ οξυκόρυφο που ενώνει με τη γη,
έγειρε, έτσ’ αργά-αργά, κάνει το βηματάκι
στο τέρμα που του χάριζε μομφή καλής στιγμής
μια κι έφτασε μωρό παιδί και φεύγει γεροντάκι,
πετώντας προς το άπειρο στο γέρμα μιας ζωής...



© Ιάκωβος Γαριβάλδης
Απρίλης 2006

No comments:

span.fullpost {display:none;}